Οι 11+1 μεταγραφές που άλλαξαν το σημερινό ποδόσφαιρο! (Poll)

Οι 11+1 μεταγραφές που άλλαξαν το σημερινό ποδόσφαιρο! (Poll)

Μπορεί ένας παίκτης να αλλάξει τη μοίρα ενός συλλόγου; Τα κεφάλαια της ιστορίας το αποδεικνύουν και ποδοσφαιριστές – ηγέτες έχουν μεταμορφώσει μια ομάδα, της έχουν βάλει τη σφραγίδα τους και λατρεύτηκαν σα θεοί. Το bwin News στέκεται σε αυτές τις μεταγραφές, που ήρθαν, εξέλιξαν το κλαμπ και το πήγαν στην κορυφή. Στην παρακάτω λίστα δε συμπεριλαμβάνεται ο Λιονέλ Μέσι, ο παίκτης που έγινε συνώνυμο με την επιτυχία, που έγινε ένα με τη Μπαρτσελόνα, μιας και τα πρώτα μεγάλα του βήματα έγινε στις ακαδημίες της Μπάρτσα σε μικρή ηλικία. Ανάμεσα στα ονόματα που ακολουθούν είναι κι ένας παίκτης που έγινε πασίγνωστος, όχι για τα γκολ του, αλλά για το δικαίωμα των παικτών στις μεταγραφές, ο Ζαν Μαρκ Μποσμάν.

 

Αλφρέδο Ντι Στέφανο (1953 – Από τη Μιγιονάριος στη Ρεάλ Μαδρίτης)

H μεταγραφή του προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση κι έγινε η αιτία για την εκτόξευση της Ρεάλ. Το 1953 ο Αλφρέδο Ντι Στέφανο κατευθυνόταν στη Βαρκελώνη, ωστόσο η μοίρα τα ήθελε αλλιώς. Η συμφωνία του έγινε με τη Μπάρτσα, αλλά χωρίς σύμφωνη γνώμη της Μιγιονάριος, με την τελευταία να μπλοκάρει το deal. Η Ρεάλ Μαδρίτης εκμεταλλεύτηκε την ένταση στην κατάσταση και έπεισε τον Ντι Στέφανο να υπογράψει μαζί της. Η FIFA ανακοίνωσε ότι ο Ντι Στέφανο θα έπαιζε τέσσερις σεζόν στην Ισπανία, εναλλάξ μεταξύ Ρεάλ Μαδρίτης και Μπαρτσελόνα. Οι Μπλαουγκράνα, δυσαρεστημένοι με την απόφαση, απέσυραν την προσφορά τους και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες όλων των εποχών, ήταν η κεντρική φιγούρα της κυριαρχίας της Ρεάλ τη δεκαετία του ’50, κερδίζοντας 5 συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών από το 1956 μέχρι και το 1960. Επαιξε στη βασίλισσα από το 1953 μέχρι το 1964, κατακτώντας ακόμη 8 πρωταθλήματα. Ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της χρονιάς στην Ευρώπη το 1957 και το 1959.

 

 

Γιόχαν Κρόιφ (1974 – Από τον Άγιαξ στη Μπαρτσελόνα)

Με τον Κρόιφ ο Αγιαξ εκτοξεύθηκε, σήκωσε την κούπα στην Ολλανδία το 1966. Μέχρι και την αποχώρηση του το 1973, θα κατακτούσε πέντε ακόμα πρωταθλήματα (1967, 1968, 1970, 1972, 1973), τέσσερα Κύπελλα (1967, 1970, 1971, 1972). Σε αυτό το διάστημα ο μύθος του βγήκε από τα σύνορα της χώρας και περιπλανήθηκε σε όλη την ποδοσφαιρική Ευρώπη. Ο χαμένος τελικός του Πρωταθλητριών του 1969 από τη Μίλαν (4-1) τον πείσμωσε. Δύο χρόνια αργότερα ξεκινούσε το «Ολοκληρωτικό Ποδόσφαιρο» γινόταν αντικείμενο μελέτης. Ο Παναθηναϊκός (2-0, 1971) ήταν το πρώτο θύμα, ακολούθησε η Ιντερ την επόμενη χρονιά (2-0). Το σερί θα ολοκληρωνόταν το 1973 με το 1-0 επί της Γιουβέντους. Διηπειρωτικό, Σούπερ Καπ Ευρώπης μπήκαν στο βιογραφικό του, το οποίο «φώναζε» για αλλαγή σελίδας.

Η Μπαρτσελόνα χρεώθηκε με δάνειο και η μεταγραφή πέρασε στην ιστορία, ως η πρώτη του ενός εκατομμυρίου λιρών. Για πολλούς, η σημαντικότερη κίνηση της ιστορίας της. Με τον Κρόιφ ήρθε η εκτόξευση. Πρώτα ήρθε το 0-5 επί της Ρεάλ. Στο τέλος της σεζόν θα ακολουθούσε το πρωτάθλημα, το πρώτο έπειτα από 14 χρόνια ξηρασίας. «Εδωσε στους συμπαίκτες του την αίσθηση του ανίκητου. Πως μπορούσαν να κάνουν τα πάντα» τόνιζε ο Τύπος της Καταλονίας.

 


Κένι Νταλγκλίς (1977 – Από τη Σέλτικ στη Λίβερπουλ)

Το 1977 ο Μπομπ Πέισλι αγόρασε τον Σκωτσέζο σταρ Κένι Νταλγκλίς από τη Σέλτικ για 440.000 λίρες. Όταν πήγε στο Άνφιλντ ο Νταλγκλίς έπρεπε να καλύψει σταρ επιθετικό Κέβιν Κίγκαν. Όμως ο «Βασιλιάς Κένι» διέπρεψε αγωνιστικά βάζοντας τον εαυτό του στα βιβλία της ιστορίας και σημειώνοντας περισσότερα από 30 γκολ στην κανονική σεζόν. Ήταν στην ομάδα που πήρε τον τελικό του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου του 1978 κλείνοντας έτσι καλά την πρώτη του σεζόν.

Οι νίκες δεν σταμάτησαν εκεί: ο Νταλγκλίς θα έπαιρνε έξι πρωταθλήματα, τρία ευρωπαϊκά κύπελλα, ένα Κύπελλο Αγγλίας και τέσσερα Κύπελλα Football League με τους Reds ως παίκτης, μαζί με τρία πρωταθλήματα και δύο Κύπελλα Αγγλίας ως προπονητής. Όμως αυτό που έκανε τον Νταλγκλίς σύμβολο στη Λίβερπουλ δεν ήταν μόνο τα όσα πέτυχε αλλά η ηγετική του προσωπικότητα. Καθοδήγησε τον σύλλογο με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά σε δύο από τις πιο σκοτεινές και δύσκολες στιγμές του με το Χέιζελ και το Χίλσμπορο. Στο σήμερα και έχοντας περάσει ένα διάστημα 30 και πλέον χρόνων ο Νταλγκλίς εξακολουθεί να είναι ο Βασιλιάς του Kop.

 

Μαρκο Φαν Μπάστεν, Ρουντ Γκούλιτ, Φρανκ Ράικαρντ (1988 – Από Αγιαξ/PSV/Σπόρτινγκ στη Μίλαν)

Μια από τις κορυφαίες τριπλέτες που είδαν τα μάτια μας στα ευρωπαϊκά γήπεδα. Μάρκο Φαν Μπάστεν, Ρουντ Γκούλιτ και Φρανκ Ράικαρντ εκτόξευσαν τη Μίλαν στην πενταετία 1988-93. Με ποσό ρεκόρ που ξεπέρασε τα 15 εκατομμύρια λίρες πήρε τον πρώτο από τον Αγιαξ, τον δεύτερο από την Αϊντχόφεν και τον τρίτο από τη Σπόρτινγκ. Ο πρώτος αναδείχθηκε δυο φορές κορυφαίος σκόρερ στην Ιταλία και το 1989 ήταν ο κορυφαίος σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Φαν Μπάστεν έτυχε 124 γκολ σε 201 παιχνίδια ως ροσονέρο.

Ο Ρουντ Γκούλιτ ξεχώριζε για τη δύναμη τόσο στη μεσαία γραμμή όσο και στο ψηλό παιχνίδι. Κορυφαίος Ευρωπαίος ποδοσφαιριστής για το 1987, κάλυπτε όλους τους χώρους στο γήπεδο κι έβαλε τη σφραγίδα του. Ο Φρανκ Ράικαρντ φόρεσε τη φανέλα της Μίλαν το 1988 και ο Σάκι τον μετέτρεψε σε έναν εκπληκτικό αμυντικό χαφ. Ποδοσφαιριστής που έκοβε τα πάντα κι έδινε αίσθηση σιγουριάς. Πρωτάθλημα το 1988, επαναφορά στην κορυφή το 19992 και το 1993 και σύνολο τρία πρωταθλήματα σε έξι χρόνια παρουσίας της μαγικής, ολλανδικής τριπλέτας στον σύλλογο. Super Cup του ’88, του ’92 και του ’93, back-to-back ευρωπαϊκά του ’89 και του ’90, δύο Super Cup Ευρώπης το ’89 και το ’90, δύο Διηπειρωτικά των ίδιων ετών. Ηταν οι Ολλανδοί μάγοι!

Ερίκ Καντονά (1992 – Από τη Λιντς στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ)

Το 1992 ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον ήθελε έναν φορ για τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Έφερε τον Γάλλο Ερίκ Καντονά από τη Λιντς έναντι του ποσού του 1.2 εκατομμυρίου και όπως συνηθίζει να λέγεται τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ο Σερ Άλεξ σίγουρα είδε την επένδυσή του να αποδίδει. Στην πρώτη του χρονιά ο Καντονά βοήθησε για τα καλά τη Γιουνάιτεντ σε μία δύσκολη σεζόν που οδήγησε στον πρώτο της τίτλο πρωταθλήματος μετά από σχεδόν 30 χρόνια. Ακολούθησαν άλλοι δύο τίτλοι Premier και δύο ακόμα Κύπελλα.

Όμως δεν ήταν μόνο οι τίτλοι. Ο Καντονά ήταν ένας από τους πλέον επιδραστικούς και κορυφαίους ever παίκτες της Γιουνάιτεντ στην ιστορία της. Με το να δημιουργεί ευκαιρίες από τα άκρα, να σκοράρει και να εκμεταλλεύεται τους ανοιχτούς χώρους. Το ταλέντο του, οι ικανότητές του και η έντονη και φλογερή προσωπικότητά του τον ανέδειξαν ως έναν εκ των πλέον αγαπημένων παικτών στο Ολντ Τράφορντ στην πενταετία που είχε εκεί. Σε ένα γκάλοπ που είχε γίνει λίγο μετά την αποχώρησή του το 1997, ο «Βασιλιάς Έρικ» βγήκε ως ο «Παίκτης του Αιώνα» από τους οπαδούς της Γιουνάιτεντ. Συνεχίζει να βρίσκεται τακτικά κοντά στην κορυφή και τη Νο1 θέση σε δημοσκοπήσεις αλλά και σε κορυφαίες λίστες.

Ντιέγκο Μαραντόνα (1994 – Από τη Μπαρτσελόνα στη Νάπολι)

Η ζωή του Ντιέγκο Μαραντόνα τα είχε όλα, παραστάσεις βγαλμένες από τον παράδεισο, αλλά και χαοτικές στιγμές. Μια ζωή από την οποία ένιωθε πως ήταν σαν να… έφευγε, σαν να έκανε την… απόδρασή του όταν έπαιζε ποδόσφαιρο. Εκείνες τις στιγμές ο… θόρυβος στα αυτιά του από τα όσα βίωνε σε προσωπικό επίπεδο σταματούσε. Κοιτάζοντας πίσω στα χρόνια που έπαιζε ποδόσφαιρο μπορεί να εκτιμήσει κανείς το πόσα προσέφερε και το πόσο… ευλογημένοι ήταν όσοι πρόλαβαν να τον δουν να αγωνίζεται. Στην κορύφωση της καριέρας του έπαιζε με έναν απόλυτο τρόπο. Ο Χόρχε Βαλντάνο είχε πει «μόλις είχε τη μπάλα στο αριστερό του πόδι βίωνες την πιο ευχάριστη εμπειρία στο ποδόσφαιρο».

Εκτόξευσε την Αργεντινή κατακτώντας το Μουντιάλ, έδωσε στη Νάπολι ελπίδα, δυο πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο και μια ευρωπαϊκή κούπα (UEFA). Το 1994 Σε καθαρά ποδοσφαιρικούς όρους ο Μαραντόνα αναγέννησε τη Νάπολι. Όταν στη διοίκηση της Γιουβέντους μεταφέρθηκε πως η Μπαρτσελόνα θέλει να παραχωρήσει τον Μαραντόνα ο τότε πρόεδρος, Τζιαμπέρο Μπονιπέτρι, ευχαρίστησε για την πληροφορία, αλλά αρνήθηκε να κλείσει τον παίκτη. Το 1994 οι Ναπολιτάνοι δαπάνησαν το ποσό ρεκόρ των 6.9 εκατ. λιρών, ο Μαραντόνα επέλεξε τη Νάπολι και αυτομάτως έδωσε αξία στην πόλη. Έδειξε πως αξίζει. Πως ήταν κάτι το μοναδικό και το ξεχωριστό. Ο καλύτερος παίκτης του κόσμου ήθελε να παίξει για τη Νάπολι.

 

Τιερί Ανρί (1999- Από τη Γιουβέντους στην Άρσεναλ)

Μετά από τη θητεία του στη Γιουβέντους που δεν στέφθηκε με επιτυχία, το 1999 ο Τιερί Ανρί πήρε μεταγραφή στην Άρσεναλ με ένα ποσό της τάξεως των 11 εκατ. λιρών και τέθηκε κάτω από τις οδηγίες του Βενγκέρ που τον είχε στη Μονακό. Η επίδραση: Ο Βενγκέρ πήρε έναν εξτρέμ και τον μετέτρεψε σε έναν τοπ επιθετικό, παρότι αρχικά είχε δυσκολίες στο σκοράρισμα. Προσαρμόστηκε στην ομάδα και έγινε ένας εκ των κορυφαίων όλων των εποχών. Ο Ανρί βελτιώθηκε αισθητά και άρχισε να πετυχαίνει μετά ορισμένα εντυπωσιακά γκολ. Βοήθησε την Άρσεναλ να πετύχει μεγάλες επιτυχίες στις αρχές της δεκαετίας του 2000, με αποκορύφωμα τη θρυλική πλέον ομάδα των Invincibles, που έμεινε αήττητη στο πρωτάθλημα την περίοδο 2003-2004.

Λουίς Φίγκο (2000- Από τη Μπαρτσελόνα στη Ρεάλ Μαδρίτης)

Οι εκλογές της Ρεάλ Μαδρίτης το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς τον τοποθέτησαν ως βασικό πρωταγωνιστή σε μια ιστορία που όσα χρόνια κι αν περάσουν θα θεωρείται απ’ τους οπαδούς της Μπαρτσελόνα «σκάνδαλο». Ο ήρωας τους έγινε «persona non grata» και δεδομένων των συναισθημάτων λατρείας που έτρεφαν γι’ αυτόν, δεν είναι περίεργο το πως έγινε απ’ τους πιο μισητούς. Στις 24 Ιουλίου του 2000 ο Φίγκο παρουσιάζεται κι επίσημα απ’ τον Φλορεντίνο Πέρεθ. Βάζει πάνω του τα «μπλάνκο» της Ρεάλ Μαδρίτης, ποζάρει μπροστά στις κάμερες και γεννά μίσος (χωρίς εισαγωγικά) στους φανατικούς οπαδούς της Μπαρτσελόνα. Στην πρώτη του χρονιά κατέκτησε το πρωτάθλημα Ισπανίας, σκοράροντας 14 φορές συνολικά.

Το 2001 αναδείχθηκε επίσης καλύτερος παίκτης του κόσμου σε ψηφοφορία της FIFA, ενώ μετά την άφιξη του Ζινεντίν Ζιντάν εκείνο το καλοκαίρι και του Μπέκαμ και του Ρονάλντο στα χρόνια που ακολούθησαν, αποτέλεσε μέρος της ομάδας των «galacticos» που κόστισαν πάρα πολλά, κατέκτησαν λιγότερα (2 πρωταθλήματα, 1 Τσάμπιονς Λιγκ), αλλά σε κάθε περίπτωση έμειναν στην ιστορία. Συνολικά έμεινε για πέντε σεζόν στη Μαδρίτη, αφήνοντας το στίγμα του με 38 γκολ σε 164 εμφανίσεις του με τη φανέλα της Ρεάλ. Χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 2013, αναδείχθηκε σε ψηφοφορία της Marca ως μέλος της καλύτερης 11άδας ξένων στην ιστορία της «βασίλισσας».


Ζινεντίν Ζιντάν (2001 – Aπό τη Γιουβέντους στη Ρεάλ Μαδρίτης)

Ο Ζιντάν ήταν καλλιτέχνης, ένας γητευτής της μπάλας, ο παίκτης που είχε μάτια και στην πλάτη. Το 1998 κατέκτησε τη Χρυσή Μπάλα, αφού μάγεψε όλο τον πλανήτη. Μπορεί ο Μισέ Πλατινί να μάγεψε όλη την Ευρώπη, αλλά ο Ζιντάν πήγε ένα βήμα παραπέρα. Ο Ζιντάν έφτασε με τη Μπορντό μέχρι τον τελικό του UEFA του 1996. Η Γιουβέντους πρόλαβε, τον έκλεισε και δικαιώθηκε. Μαζί κατέκτησαν δύο πρωταθλήματα, ένα Σούπερ Καπ Ιταλίας, ένα Ευρώπης (1996) κι ένα Διηπειρωτικό (1996).

Με τη Γιούβε ήταν εντυπωσιακός, την πήγε σε δύο τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ (1997, 1998), όμως ισάριθμες φορές απογοητεύτηκε. Το δρόμο για την κορυφή των αστεριών τον βρήκε στη Μαδρίτη. Το 2001 έγινε Μαδριλένος και το 2001 εκπλήρωσε το όνειρό του, αφού κατέκτησε το Champions League. Ο τρόπος που έγινε ήταν ακόμα πιο… μαγικός, αφού πέτυχε ίσως το κορυφαίος τέρμα της διοργάνωσης, εκείνο το απίστευτο βολ πλανέ. Με τη «Βασίλισσα» σήκωσε ακόμα ένα πρωτάθλημα, δύο Κύπελλα, δύο Σούπερ Καπ Ισπανίας, ένα Ευρώπης (2002) και ένα Διηπειρωτικό (2002).

 


Κριστιάνο Ρονάλντο (2003 – Από τη Σπόρτινγκ στη Γιουνάιτεντ και στη Ρεάλ)

Ενα φιλικό ήταν η αιτία για μια μεταγραφή που άλλαξε πάρα πολλά στην ομάδα. Στο ματς της Σπόρτινγκ με τη Γιουνάιτεντ, ο Κριστιάνο Ρονάλντο έκανε ό,τι ήθελε τον Τζον Ο’ Σέι, με τον παίκτη να… παραπονιέται στο ημίχρονο για ζαλάδες. Αμέσως μετά το τέλος του φιλικού, ο Σερ Αλεξ Φέργκιουσον άρχισε διαπραγματεύσεις με τους Πορτογάλους και ο ταλαντούχος σταρ έκανε το τεράστιο βήμα. Από το καλοκαίρι του 2003 μέχρι και εκείνο του 2009, ο Κριστιάνο Ρονάλντο έζησε μερικές πολύ μεγάλες στιγμές με τους «κόκκινους διαβόλους». Τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο. Μαζί τους σκόραρε 84 φορές σε 196, ματς, κατέκτησε ένα Τσάμπιονς Λιγκ το 2008, ενώ έφτασε μέχρι και στον τελικό την επόμενη σεζόν (2009).

Σήκωσε τρία πρωταθλήματα Αγγλίας (2007, 2008, 2009), δύο Λιγκ Καπ (2006, 2009), ένα Κομιούνιτι Σιλντ (2007) κι ένα Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων (2008). Το 2008 ήταν η χρονιά του, με αποτέλεσμα να κατακτήσει την πρώτη «Χρυσή Μπάλα» της καριέρας του. Η Ρεάλ δεν θα μπορούσε να μείνει αδιάφορ, δαπάνησε ποσό ρεκόρ 100 εκατ. ευρώ και τον έκανε δικό της! Εκεί κι αν άλλαξε ακόμα περισσότερα! Πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Ρεάλ Μαδρίτης με 450 γκολ σε… 438 παιχνίδια!

Το πρώτο του τρόπαιο σαν παίκτης της Ρεάλ Μαδρίτης ήταν το Κύπελλο Ισπανίας, με γκολ στον τελικό κόντρα στη Μπαρτσελόνα. Στο πρωτάθλημα, σκόραρε 40 φορές σε 34 παιχνίδια, για να πάρει το δεύτερο Χρυσό Παπούτσι της καριέρας του. Το 2012 κατέκτησε το πρωτάθλημα Ισπανίας, το 2013 πέτυχε 60 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις και πήρε σπίτι του τη δεύτερη Χρυσή Μπάλα της καριέρας του. Το 2014 πήρε Κύπελλο Ισπανίας, Τσάμπιονς Λιγκ, Σούπερ Καπ Ευρώπης, Χρυσό Παπούτσι, Χρυσή Μπάλα και Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων. Η συνέχεια πιο λαμπερή, τρία διαδοχική Τσάμπιονς Λιγκ, το 2016, το 2017, το 2018, δυο ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ το 2016 και το 2017, Παγκόσιο Συλλόγων το 2015 και το 2017 και πρωτάθλημα το 2017!


Βίρτζιλ Φαν Ντάικ (2018- Από τη Σαουθάμπτον στη Λίβερπουλ)

Οι 75 εκατομμύρια λίρες που καταβλήθηκαν στη Σαουθάμπτον για την απόκτηση του θηριώδους στόπερ κρίθηκαν πολλές. Άλλωστε το deal αφορούσε έναν αμυντικό χωρίς πολλές παραστάσεις στο κορυφαίο επίπεδο. Ωστόσο, το ρίσκο που πήρε τελικά η Λίβερπουλ τον Ιανουάριο του 2018 για να τον φέρει στο πιο διάσημο λιμάνι της Αγγλίας απέδωσε και με το παραπάνω. Ο Ολλανδός αμυντικός απέδειξε πως ήταν ο κρίκος που έλειπε από την ομάδα του Γιούργκεν Κλοπ και συνέβαλε τα μέγιστα στην παρουσία των Reds στον τελικό του Champions League.

Η επόμενη σεζόν (2018/2019) ωστόσο ήταν… καθηλωτική. Μπροστάρης της αμυντικής γραμμής, με αρχοντική παρουσία και καθοριστικές παρεμβάσεις τόσο σε ανασταλτικό όσο και δημιουργικό επίπεδο, ο Φαν Ντάικ οδήγησε τους Κόκκινους στις υψηλότερες κορυφές και οι αριθμοί έρχονται απλώς να επιβεβαιώσουν το προφανές. Κι αν και τελικά οι Reds έχασαν στο… νήμα την επιστροφή τους στο θρόνο της Premier League εκείνη τη χρονιά, στέφθηκαν πρωταθλητές Ευρώπης απέναντι στην Τότεναμ. Οι τραυματισμοί δεν τρομάζουν τον «Βράχο», ο οποίος χάρισε στους Reds το πολυπόθητο πρωτάθλημα, Κύπελλο και Παγκόσμιο Συλλόγων.


Ζαν-Μαρκ Μποσμάν (1990- Από τη R.F.C Λιέγη στη Δουνκέρκη)

Δεν άλλαξε την ιστορία μιας ομάδας με τις εμφανίσεις του, όμως αυτή η μετακίνηση ήταν η αρχή για ένα νέο μεταγραφικό τοπίο. Το 1990, ο 25χρονος Μποσμάν βρισκόταν στις τελευταίες εβδομάδες του συμβολαίου του με την R.F.C Λιέγη. Στο ίδιο διάστημα, η διοίκηση κατέθεσε πρόταση νέου συμβολαίου, με μείωση 75% στις αποδοχές του. Ο Βέλγος απέρριψε την προσφορά με τον σύλλογο να ζητά 450.000 ευρώ για τη μεταγραφή του. Παρά το ενδιαφέρον της Δουνκέρκης για την απόκτησή του, η Λιέγη έκρινε πως η γαλλική ομάδα β’ κατηγορίας δεν έχει την πιστοληπτική ικανότητα για να πληρώσει το ποσό. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Η Λιέγη τον… απέβαλλε και ο Μποσμάν σε μια πρωτόγνωρη κίνηση, προσέφυγε στο ευρωπαϊκό δικαστήριο, καταγγέλλοντας τη Λιέγη, τη Βελγική Ομοσπονδία, αλλά την UEFA για το καθεστώς «ανελευθερίας» που του είχαν επιβάλει. Επειτα από πέντε χρόνια και πολλές περιπέτειες δικαιώθηκε, ανοίγοντας τον δρόμο στους κοινοτικούς ποδοσφαιριστές να μεταγράφονται ελεύθερα μετά τη λήξη του συμβολαίου τους σε νέο σύλλογο.

Σχολιάστε

X