Οι κορυφαίοι όλων των εποχών: Οι 10 επιθετικοί που φόρεσες τη φανέλα τους! (poll)

Οι κορυφαίοι όλων των εποχών: Οι 10 επιθετικοί που φόρεσες τη φανέλα τους! (poll)

Από τον Ρονάλντο στον Φαν Μπάστεν και από τον Πελέ στον Εουσέμπιο, επιθετικοί που διέλυσαν κάθε αμυντικό σύστημα, σκόραραν με όλους τους τρόπους κι έβαλαν για πάντα τη σφραγίδα τους. Γκολ, ρεκόρ κι επιτυχίες μοναδικές. Η λίστα με τους δέκα κορυφαίους επιθετικούς είναι πολύ μικρή για να χωρέσεις όλα τ’ αστέρια που έλαμψαν σε αυτές τις δεκαετίες. Αγγιξαν την τελειότητα και το ονομά του πέρασε για πάντα στην ποδοσφαιρική αθανασία.

Ρονάλντο: Ποδοσφαιρικό Φαινόμενο που έβαλε τη σφραγίδα του στον πλανήτη. Ταχύτητα, τεχνική, δύναμη, μυαλό, ήξερε πως να βάλει τη μπάλα στα δίχτυα όσο κανείς. Μπορούσε να τους περάσει όλους, μπορούσε να τους εκτοπίσει όλους. Παίκτης – θρύλος, ήταν πρώτος σκόρερ σε όλα τα πρωταθλήματα που αγωνίστηκε (Βραζιλία, Ολλανδία, Ισπανία, Ιταλία), στην ιστορία του Μουντιάλ (15 γκολ). Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002 το σήκωσε… μόνος με τα 8 γκολ που πέτυχε. Για τα τρελά που πέτυχε του δόθηκε η Χρυσή Μπάλα δύο φορές (1997, 2002). Μάλιστα, το 2010 σε ψηφοφορία για τον καλύτερο παίκτη της δεκαετίας ήταν πρώτος στις προτιμήσεις συγκεντρώνοντας το 43.63% των ψήφων.

Ηταν μέλος της Σελεσάο (62 γκολ σε 97 ματς) και στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλου του 1994, ενώ μυστήριο αποτελεί ακόμα τι συνέβη λίγες ώρες πριν τον τελικό με τη Γαλλία το 1998. Ο Ρονάλντο πανηγύρισε δύο σερί Κόπα Αμέρικα (1997, 1999). Πήρε Χρυσό Παπούτσι στην Ευρώπη, ένα Κυπελλούχων (1997) με τη Μπαρτσελόνα, ένα Κύπελλο και ένα Σούπερ Καπ Ισπανίας. Με την Ιντερ, ενα UEFA (1998), ενώ με τη Ρεάλ των Γκαλάκτικος, κατέκτησε πρωτάθλημα και Διηπειρωτικό (2002). Αν κάτι του ξέφυγε, ήταν το Champions League. Για πολλούς ο Βραζιλιάνος έδωσε περισσότερα από όσα μπορούσε ο οργανισμός του, δεν άκουσε το σώμα του και ο αγώνας «επιβίωσης» κόντρα στις ανθρώπινες αντοχές εξελίχθηκε σε ήττα. Κοινή ομολογία, πως αν δεν υπήρχαν οι σοβαροί τραυματισμοί στα γόνατα, τότε, οι Πελέ και Μαραντόνα θα είχαν και τρίτο στην παρέα των Θεών του Ποδοσφαίρου.

Κριστιάνο Ρονάλντο Ιστορικός, αιώνιος Κριστιάνο Ρονάλντο! Ο Πορτογάλος σούπερ σταρ της Γιουνάιτεντ συνεχίζει να σκοράρει και να σπάει ρεκόρ μέχρι αυτά να… τελειώσουν. Μια μυθική καριέρα με νούμερα που δεν τα έχει φανταστεί κανείς. Μην λέτε…ρεκόρ, πείτε απλά Κριστιάνο Ρονάλντο. Στο EURO ΤΟΥ 2020, ο «CR7» έσπασε τέσσερα ρεκόρ μέσα σε 90 λεπτά (και κάτι). Στη νίκη της Πορτογαλίας επί της Ουγγαρίας, έγινε ο πρώτος ποδοσφαιριστής που παίζει σε πέντε Euro (2004, 2008, 2012, 2016 και 2021). «Η ζωή είναι μια μοναχική πτήση. Ο καθένας κάνει το δικό του ταξίδι. Και τι όμορφο ταξίδι είναι αυτό που κάνεις» έγραψε στο Instagram ο Πελέ για τον Πορτογάλο διάδοχό του.

Ρεκόρ, ρεκόρ, ρεκόρ, η λέξη που βρίσκεται δίπλα στο όνομα του. Μεταξύ άλλων, ο Πορτογάλος σούπερ σταρ έχει 32 τίτλους (ξεχωρίζουν τα εφτά πρωταθλήματα, τα πέντε Champions League και το Euro), πέντε «Χρυσές Μπάλες», τέσσερα «Χρυσά Παπούτσια», τρία βραβεία Παίκτη της Χρονιάς στην Ευρώπη, έχει συμπεριληφθεί 14 φορές στην κορυφαία ενδεκάδα της σεζόν στον Κόσμο και 15 στην κορυφαία ενδεκάδα της Ευρώπης (ρεκόρ και τα δύο), ενώ έχει αναδειχθεί κορυφαίος παίκτης και στα τρία μεγάλα πρωταθλήματα που έχει αγωνιστεί: Premier League (Αγγλία), La Liga (Ισπανία) και Serie A (Ιταλία). Πρώτος σκόρερ στην ιστορία του Champions League me 140 γκολ, αλλά και ο μοναδικός που έχει σκοράρει σε τρεις τελικούς Champions League και ο πρώτος σε κατακτήσεις της διοργάνωσης στην σύγχρονη εκδοχή της (5).

Πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Ρεάλ Μαδρίτης με 450 γκολ σε… 438 παιχνίδια, πρώτος με 100+ γκολ σε τρεις διαφορετικές ομάδες (Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Ρεάλ Μαδρίτης, Γιουβέντους). Επίσης, είναι ο μοναδικός που έχει κατακτήσει, με δύο διαφορετικές ομάδες (Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Ρεάλ Μαδρίτης), το Champions League, το εγχώριο πρωτάθλημα, το Σούπερ Καπ, το Μουντιάλ Συλλόγων, το βραβείο του κορυφαίου παίκτη, την «Χρυσή Μπάλα» και το «Χρυσό Παπούτσι». Να συνεχίσουμε; Τα 804 γκολ του  σταρ της Μαν. Γιουνάιτεντ τα λένε ΟΛΑ (Στο 3.50 προσφέρεται να βρεθεί η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στην τετράδα της Premier League). 

Λιονέλ Μέσι Ποιος να συγκριθεί μαζί του. Σύμφωνα και με τους αναλυτές, ο Αργεντινός σταρ είναι ό,τι καλύτερο έχει παρουσιαστεί στα γήπεδα από τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα κι έπειτα. Για τις ικανότητες του τα λόγια περιττεύουν. Οι στιγμές που μας έχει χαρίσει απίστευτα πολλές. Στα 122 χρόνια ιστορίας της Μπαρτσελόνα, τρεις άνθρωποι την έχουν σημαδέψει πάνω απ’ όλους και όλα: Πρώτος και καλύτερος ο Γιόχαν Κρόιφ, ο Λάσλο Κουμπάλα, ο «αντί – Ντι Στέφανο» την δεκαετία του ‘50 και ο Λιονέλ Μέσι. Ενας Μέσι που πήρε την σκυτάλη από τον Ροναλντίνιο που επανέφερε το χαμόγελο στην Μπάρτσα και, ως ηγέτης της πιο χαρισματικής γενιάς στην ιστορία του συλλόγου, την έφερε επανειλημμένως στην ποδοσφαιρική κορυφή κατακτώντας τα πάντα! Ο Αργεντινός σούπερ σταρ πήρε τα πάντα, με τον σύλλογο με τον οποίο πέρασε 17 χρόνια της καριέρας του.

Σε 778 συμμετοχές, σκόραρε 672 γκολ, μια επίδοση που αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ, καθώς ξεπέρασε τον Πελέ στα γκολ με έναν σύλλογο (643 γκολ πέτυχε ο Βραζιλιάνος), ενώ μοίρασε και 305 ασίστ. Ο Μέσι κατέκτησε με την Μπαρτσελόνα 35 τίτλους. Συγκεκριμένα πήρε 10 πρωταθλήματα Ισπανίας, 7 κύπελλα 8 Ισπανικά Super Cup, τέσσερα Champions League, τρία ευρωπαϊκά Super Cup και τρία Παγκόσμια Κύπελλα Συλλόγων. Με τους 35 τίτλους που κατέκτησε κατάφερε να αναδειχθεί πρώτος σκόρερ σε 20 διοργανώσεις (οκτώ στη La Liga, πέντε στο Copa Del Rey, έξι στο Champions League και μια φορά στο Παγκόσμιο κύπελλο συλλόγων).

Με την Αργεντινή κατάφερε επιτέλους να φτάσει στην κατάκτηση του Copa America και να βγάλει από πάνω του ένα τεράστιο βάρος που κουβαλούσε χρόνια. Είναι ο παίκτης στην ιστορία με τον μεγαλύτερο αριθμό βραβείων της IFFHS, καθώς και ο μοναδικός παίκτης που έχει κερδίσει βραβεία της IFFHS σε τέσσερις διαφορετικές κατηγορίες. Έχοντας πάρει 7 φορές το έπαθλο της Χρυσής Μπάλας (συνεχόμενες 2009 με 2012, το 2015, το 2019 και το 2021), 6 φορές τον τίτλο του κορυφαίου σκόρερ της χρονιάς στην Ευρώπη (Χρυσό Παπούτσι), άλλες δύο τον τίτλο του κορυφαίου παίκτη για την Ευρώπη της ΟΥΕΦΑ (2009 και 2015), ο Μέσι είναι ο ποδοσφαιριστής με τις περισσότερες ατομικές διακρίσεις στην ιστορία του αθλήματος! Θα κατακτήσει και το Champions League με την Παρί; (Στο 8.00 να αναδειχθεί ξανά Πρωταθλητής Ευρώπης). 

Πελέ: O Εντσον Αράντες ντο Νασιμέντο ή αλλιώς ο Πελέ είναι το ίδιο το ποδόσφαιρο. Ίσως κάτι περισσότερο από έναν ποδοσφαιριστή… Δε φοβόταν να σηκώσει ψηλά το βλέμμα και να κοιτάξει λίγο μακρύτερα. Ως παιδί είδε τη Βραζιλία να χάνει το Μουντιάλ του 1950 μέσα στο σπίτι της κι ένας αστικός μύθος ισχυρίζεται πως είπε στον πατέρα του, ότι θα έκανε τα πάντα για να φέρει στην χώρα του το τρόπαιο. Ο Πελέ αγαπάει τρία πράγματα, το ποδόσφαιρο, την αποδοχή του κόσμου και τον εαυτό του. Ο ποδοσφαιρικός πλανήτης λατρεύει τον Πελέ!

Ο Πελέ έναντι των υπολοίπων παικτών πάντα είχε το συναίσθημα του Βασιλιά και αυτό το αβαντάζ. Όταν έπαιρνε τη μπάλα και έκανε τη ντρίμπλα ήταν σαν να βλέπει απέναντί του έναν… κοινό θνητό. Έπαιζε με ένα αίσθημα υπεροψίας και ανωτερότητας. Μετά από δύο κατακτήσεις Κόπα Λιμπερταδόρες, δύο Μουντιάλ και δύο Διηπειρωτικών και έχοντας σκοράρει 1.000 γκολ πριν καλά – καλά γίνει 20 ετών ο Πελέ θεωρήθηκε ο κορυφαίος όλων των εποχών. Ήταν μία διαπίστωση που δεν αμφισβητήθηκε ακόμα και μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση.

Ο Πελέ πήρε στο… σπίτι του τρία μετάλλια. Ο μόνος παίκτης που το έκανε αυτό. Μπορεί το 1962 να μην έπαιξε μεγάλο ρόλο λόγω του τραυματισμού του όμως ήταν παίκτης – κλειδί στις κατακτήσεις των άλλων 2 Μουντιάλ, σκοράροντας έξι γκολ στα προημιτελικά, ημιτελικά και τον τελικό του 1958 και φυσικά υπήρχε και η διοργάνωση του 1970 στο Μεξικό. Σε 4 Μουντιάλ ο Μέσι δεν έχει βάλει ούτε ένα γκολ σε νοκ άουτ φάσεις. ο «Βασιλιάς» ήταν μία δύναμη της φύσης. Είχε και την δύναμη της ψυχολογίας που περνούσε στους συμπαίκτες του. Τον αντίκτυπο στο παιχνίδι τους. Οι συμπαίκτες του Πελέ ήταν μεγάλοι παίκτες διότι αντλούσαν έμπνευση και από τον ίδιο.

 Αλφρέδο Ντι Στέφανο Σύμφωνα με τους παλιούς, ο Ντι Στέφανο ήταν το ίδιο… θρυλικός με Πελέ και Μαραντόνα. Το παρατσούκλι του ήταν «Ξανθιά Σαΐτα» για το ξεπέταγμα του στα πρώτα μέτρα στην περιοχή, όπου ήταν άπιαστος για την εποχή. Με την Αργεντινή κατέκτησε το Κόπα Αμέρικα του 1947), φόρεσε τη φανέλα της Κολομβίας και της Ισπανία, ενώ δεν αγωνίστηκε ποτέ σε Μουντιάλ. Σε συλλογικό πεδίο όμως είναι ο κορυφαίος. Οδήγησε τη Ρεάλ στα πέντε πρώτα και διαδοχικά Πρωταθλητριών (1956-’60), πήρε δυο Διηπειρωτικά (1956, 1960), 8 πρωταθλήματα κι ένα Κύπελλο. Είχαν προηγηθεί οι τίτλοι με Ρίβερ Πλέιτ και Μιγιονάριος (Κολομβία).

Πρώτος σκόρερ σε όλες τις χώρες που αγωνίστηκε και δύο φορές πήρε το Χρυσό Παπούτσι (1958, 1962), ενώ ισάριθμες φορές του απονεμήθηκε η Χρυσή Μπάλα (1957, 1959). Το 1966, και αφού αγωνίστηκε για δυο χρονιές στην Εσπανιόλ, κρέμασε τα παπούτσια του μετρώντας συνολικά 228 γκολ στο Ισπανικό πρωτάθλημα (218 με τη Ρεάλ, της οποίας παραμένει πρώτος σκόρερ όλων των εποχών), 377 σε Αργεντινή και Ισπανία συνολικά και πάνω από 790, αν υπολογιστούν και τα χρόνια του στην Κολομβία. Το τρομερό επίτευγμα του είναι πως σκόραρε και στους πέντε τελικούς Πρωταθλητριών, κάνοντας χατ τρικ στον τελευταίο (7-3 την Αϊντραχτ Φρανκφούρτης).

Γκερντ Μίλερ Ήταν κοντόχοντρος, μικρόσωμος, ατσούμπαλος και όχι ιδιαίτερα γρήγορος. Δεν ταίριαζε ποτέ στο προφίλ του τέλειου ποδοσφαιριστή. Είχε, όμως, «φονική» επιτάχυνση σε μικρές αποστάσεις, αξιοθαύμαστη ικανότητα στο ψηλό παιχνίδι και ασύγκριτο ένστικτο του γκολ. Παίκτης των κρίσιμων στιγμών, των μεγάλων τελικών. Ήρωας των Γερμανών στους διαδοχικούς θριάμβους σε Euro και Μουντιάλ. Το 1972 κόντρα στη Σοβιετική Ένωση σκόραρε δύο φορές, το 1974 «κατέστρεψε» τα όνειρα των υπέροχων Ολλανδών του Γιόχαν Κρόιφ με το μοναδικό γκολ στον τελικό του Μουντιάλ.

Έτσι, έγινε μόλις ένας από τους 5 παίκτες που έχουν βρει δίχτυα στον τελικό των δύο μεγαλύτερων διοργανώσεων για εθνικές ομάδες. Οσο για τίτλους; Πολλούς, πάρα πολλούς: Με τη Μπάγερν πήρε σερί 3 Πρωταθλητριών (1974, 1975, 1976), 1 Κυπελλούχων (1967), 4 πρωταθλήματα, ισάριθμα Κύπελλα και 1 Διηπειρωτικό. Και με την Εθνική όμως σάρωσε με το Μουντιάλ (με 14 γκολ δεύτερος σκόρερ όλων των εποχών πίσω από τον Ρονάλντο) του 1974 (είχε παίξει το 1966 στον χαμένο τελικό από την Αγγλία) και το EURO του 1972. Με αυτά κι αυτά του δόθηκε η Χρυσή Μπάλα το 1970, ενώ δύο σεζόν (1970, 1972) πήρε και το Χρυσό Παπούτσι. Δύο χρόνια μετά τη Χρυσή Μπάλα, ξεπέρασε τον εαυτό του σε όλα τα επίπεδα.

Όχι μόνο στέφθηκε πρωταθλητής Ευρώπης με τη Δυτική Γερμανία, αλλά ήταν η χρονιά του ρεκόρ των 40 γκολ και το ημερολογιακό έτος έκλεισε με τον ασύλληπτο αριθμό των 85 τερμάτων! Πέρασαν ακριβώς 40 χρόνια, ώσπου ο Λιονέλ Μέσι κατέρριψε κάθε λογική με τα 91 γκολ και προς τιμήν του Γερμανού στράικερ, ο Λέο έστειλε μία φανέλα με το όνομά του στον θρυλικό προκάτοχο του ρεκόρ, που κοσμεί ακόμη και σήμερα το μουσείο της Μπάγερν.

Πέρασαν 50 ολόκληρες σεζόν παρά… μερικές καθυστερήσεις, για να βρεθεί ο σκόρερ που θα σπάσει το αιώνιο ρεκόρ του με 40 γκολ σε μία σεζόν της Bundesliga. Το είχε θέσει ο ίδιος τη σεζόν 1970/71 με τη φανέλα της Μπάγερν και στο τελευταίο λεπτό της σεζόν 2020/21, ο σύγχρονος αρχισκόρερ των Βαυαρών, Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι τον άφησε οριστικά πίσω του, πιάνοντας τα 41 σε μόλις 29 εμφανίσεις.

Ρομάριο: «Είναι ο κορυφαίος στα τελειώματα φάσεων που έχω δει ποτέ» σχολίαζε ο Ντιέγκο Μαραντόνα για τον Ρομάριο. Ο Ντιέγκο δε σταματούσε να αποθεώνει τον Βραζιλιάνο κι αυτό απο μόνο του αποτελεί ένα μεγάλο παράσημο. «Δεν βλέπω να υπάρχει κάποιος για διάδοχος… Όπως υπήρξε ένας Πελέ, όπως υπήρξε ένας Μαραντόνα, έτσι θα υπάρξει και ένας Ρομάριο. Όπως και να ‘χει, δεν ξέρω τι θα γίνει στο μέλλον, ωστόσο, θεωρώ ότι παίζοντας μέσα στην αντίπαλη περιοχή, κανείς δεν θα καταφέρει να κάνει όσα εγώ. Ήμουν ο καλύτερος σε αυτό το κομμάτι…» τονίζει ο ίδιος. Εκανε απίθανα με την Dream team της Μπαρτσελόνα. Ο «Μπαϊσίνιο» ήταν τρομερός στις επελάσεις του, το εντυπωσιακό του ξεπέταγμα του έδινε πλεονέκτημα. Ο ίδιος υποστηρίζει πως έχει βάλει 1.047 γκολ, αν και τα πιο επίσημα στατιστικά του δίνουν 780 γκολ. Το… 1000ο του γκολ το πέτυχε με πέναλτι με τη φανέλα της Βάσκο και για μισή ώρα περίπου ο κόσμος παραληρούσε γι αυτό το επίτευγμα.

Τις κορυφαίες επιδόσεις τις έχει στατιστικά με την Αϊντχόφεν (163 γκολ σε 165 ματς), με την οποία κατέκτησε 3 πρωταθλήματα και 1 Κύπελλο. Με τη Μπάρτσα πρόσθεσε ακόμα ένα πρωτάθλημα και Σούπερ Καπ και με τη Βάσκο Ντα Γκάμα 1 Μπραζιλεϊράο. Κορυφαία στιγμή του όμως ήταν το Μουντιάλ του 1994, όπου οδήγησε την Εθνική Βραζιλίας (55 γκολ σε 70 συμμ.) στον τίτλο και αναδείχθηκε κορυφαίος παίκτης της διοργάνωσης (Στο 7.50 να κατακτήσει η Βραζιλία το Μουντιάλ). Με τη Σελεσάο πανηγύρισε ακόμα δυο Κόπα Αμέρικα (1989, 1997). «Ο Θεός με δημιούργησε για να με βλέπει ο κόσμος και να διασκεδάζει με τα γκολ μου» είναι ακόμα μια από τις… γεμάτες νόημα, ατάκες του.

Εουσέμπιο: Ο «Μαύρος Πάνθηρας» είναι στους κορυφαίους Πορτογάλους όλων των εποχών. Ο Εουσέμπιο αγωνίστηκε 15 χρόνια (1960-’75) στην κορυφαία ομάδα που έχει βγάλει η χώρα, αυτή της Μπενφίκα που έδωσε το παρών σε πέντε τελικούς Πρωταθλητριών σε οκτώ χρόνια, κατακτώντας τους δύο εξ αυτών (1961, 1962). «Ποτέ στα επόμενα 100 χρόνια, η Μπενφίκα δεν θα κερδίσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών ή άλλη πορτογαλική ομάδα δεν θα το κερδίσει 2 σερί χρονιές» τόνιζαν οι ειδικοί και δεν διαψεύστηκαν…Τρεις φορές πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης, δύο ακόμα που πήρε το Χρυσό Παπούτσι και επτά πρώτος σκόρερ στην Πορτογαλία. Σε όλη την καριέρα του ο Εουσέμπιο δεν σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί, να κοπιάζει για το καλύτερο.

Η ταχύτητα και η δύναμη του ήταν ασύγκριτη για την εποχή και συνδυαζόταν εντυπωσιακά με τεχνική, μυαλό, αλλά και φαρμακερό σουτ. Με τους «Αετούς της Λισσαβόνας» κατέκτησε 11 πρωταθλήματα, 5 Κύπελλα και το 1965 του δόθηκε η Χρυσή Μπάλα. Θα μπορούσε να την πάρει ακόμα δύο φορές (1962, 1966), αλλά τερμάτισε δεύτερος. Με την Εθνική Πορτογαλίας έκανε τη διαφορά στο Μουντιάλ του 1966, οδηγώντας την στην 3η θέση, ενώ εκείνος αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ και δεύτερος καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης. Όταν σκόραρε με πέναλτι απέναντι στον φίλο του, Λεβ Γιασίν, στον μικρό τελικό του Μουντιάλ 1966, έσπευσε να του δώσει το χέρι. Αυτός ήταν ο «Μαύρος Πάνθηρας», ένας απίθανος φορ, ένας ταπεινός άνθρωπος.

Φέρεντς Πούσκας: Μέλος μιας υπέροχης Εθνικής Ουγγαρίας, ηγέτης της σπουδαιότερης ουγγρικής ομάδας που εμφανίστηκε ποτέ, με ρεκόρ σκοραρίσματος που σήμερα πετυχαίνουν ο Μέσι και ο Κριστιάνο Ρονάλντο. Αν ένας καλός παίκτης έχει τη μπάλα, έχει συνήθως τρεις διαφορετικές επιλογές. Ο Πούσκας ήταν ο μόνος που έβλεπε τουλάχιστον πέντε. Σέντερ φορ, μάλλον «φτιαγμένος» για τη θέση, ξεκίνησε να σπάει ρεκόρ σχεδόν με το που συστήθηκε στο ποδοσφαιρικό κοινό.

Η αρχηγική παρουσία του εκπληκτικού Πούσκας, κατέταξε την Ουγγαρία σε μια εκ των καλύτερων εθνικών ομάδων παγκοσμίως. Απ’ το 1950 έως το 1956 η «Χρυσή Ομάδα» κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς αγώνες το 1952 και μέτρησε συνολικά 42 νίκες, 6 ισοπαλίες και μόλις μια ήττα. Δυστυχώς, αυτή έμελλε να είναι στο σημαντικότερο παιχνίδι της ιστορίας της, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1954 απ’ τη Δυτική Γερμανία. Mε την Ουγγαρία πέτυχε 84 γκολ σε 85 ματς, ενώ σε ουγγρικό και ισπανικό πρωτάθλημα πέτυχε 514 γκολ σε 529 αγώνες! Με την Χόνβεντ κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα πριν βρεθεί ως πολιτικός πρόσφυγας στη Ρεάλ.

Με τη «Βασίλισσα» στο πλευρό του Αλφρέδο Ντι Στέφανο σάρωσε τα πάντα, πανηγυρίζοντας τρία Πρωταθλητριών (1959, 1960, 1966), όπου πέτυχε επτά γκολ στους τρεις τελικούς (έφτασε και σε δύο ημιτελικούς (1962, 1964)! Στην Ισπανία ο Πούσκας πήρε πέντε σερί πρωταθλήματα (1961-’65) και ένα Κύπελλο. Ηγετικό μέλος της «Aranycsapat» μαζί με τους Μπόζικ, Χιντεγκούτι, Κόκσιτς, Τσίμπορ, Γκρόζιτς,. Το 1950 ήταν πρώτος σκόρερ όλου του κόσμου (50 γκολ), πέντε φορές ήταν πρώτος σκόρερ στην Ισπανία και το 1960 ήταν δεύτερος στην ψηφοφορία για την Χρυσή Μπάλα.

Μάρκο Φαν Μπάστεν: Ενας «ιπτάμενος Ολλανδός» που έδωσε ακόμα μεγαλύτερη λάμψη στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Γέμιζε την περιοχή όσο λίγοι φορ. Αν δεν είχε… ραντεβού με την ατυχία, τότε, όλος ο πλανήτης θα μιλούσε γι αυτόν. Σταμάτησε στα 31 του χρόνια εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού. Για πολλούς, ο πληρέστερος φορ περιοχής που έχει παίξει ποτέ. Μπορούσε να σουτάρει στην κίνηση, ψαράκια, ψαλιδάκια, έκανε τα πάντα για να σκοράρει. Αλλωστε, το βολ πλανέ στον τελικό του EURO του 1988 (MVP και πρώτος σκόρερ με 5 γκολ) είναι από τα τέρματα που δεν θα ξεχάσει ποτέ κανείς. Κατέκτησε το Euro με την Ολλανδία κι έμεινε για πάντα στην ιστορία.

Ο Φαν Μπάστεν είναι μέλος ενός κλειστού club με τουλάχιστον τρεις κατακτήσεις Χρυσής Μπάλας (1988, 1989, 1992). Οι ατομικές διακρίσεις του ως σκόρερ είναι αμέτρητες, με κορυφαία όλων το Χρυσό Παπούτσι του 1986. Πήρε 3 πρωταθλήματα, ισάριθμα Κύπελλα και 1 UEFA (1987) με τον Αγιαξ κι εκεί έκανε μαγικά! Μαζί με Γκούλιτ, Φρανκ Ράικαρντ, στη μεγάλη ομάδα του Αρίγκο Σάκι και μετέπειτα του Φάμπιο Καπέλο πέτυχε μοναδικά επιτεύγματα. Μαζί έσπασαν τα κοντέρ με 3 Πρωταθλητριών (1989, 1990, 1994), ισάριθμα Σούπερ Καπ Ευρώπης, 2 Διηπειρωτικά (1989, 1990), 4 πρωταθλήματα και ισάριθμα Σούπερ Καπ Ιταλίας. Αν δεν είχε αστοχήσει στο πέναλτι στα ημιτελικά του EURO του 1992 και αν είχε σκοράρει σε Μουντιάλ, θα ήταν ακόμα πιο χαρούμενος για όσα σπουδαία έζησε στο ποδόσφαιρο.

 

Σχολιάστε

X